Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Ανάσα

Κουράστηκα να με κουβαλάω
Το σώμα μου κουράστηκε και με πονάει τα βράδια.
Η μέση μου με πεθαίνει.
Γέρασα.
Κοιτα τα δάχτυλα μου ξέφτισαν
Γεμίσαν άλατα.
Τα κόκκαλα μου τρίζουν ακούς?
Ακούς τον ήχο που κάνουν?
Σαν ξεκούρδιστο πιάνο.
Σαν δαιμονισμένα τριζόνια.
Με ανατριχιάζει αυτός ο ήχος.
Γιαυτό δεν κουνιεμαι πολύ.
Μόνο τον αντίχειρα κουνάω για να αλλάζω κανάλια.
Σαν σάπια βάρκα μες στα κανάλια περιφέρομαι τα σκοτεινά, που βγάζουν σε άλλα κανάλια, κι αυτά με τη σειρά τους με βγάζουνε σε νερά θολά πάλι.
Μες στα κανάλια χάνομαι και δε με βρίσκω.
Το δέρμα μου χαλάρωσε.
Με σιχάθηκε τόσα χρόνια.
Σιχάθηκε να το αποστειρώνω με σαπούνια και κρέμες.
Με σιχάθηκα.
Κοίτα με!
Ντρέπομαι.
Όταν ξεντύνομαι κλείνω τα μάτια για να μην αντικρίσω το ερείπιο που σέρνω.
Μόνο κάτι ψωροδοκάρια μείνανε που με το ζόρι με βαστάνε μην πέσω.
Δε θέλω να πέσω!
Φοβάμαι να πέσω πάλι.
Έπεσα τόσες πολλές φορές.
Τόσο χαμήλα έπεσα.
Σακατεύτηκα.
Από μέσα πληγές.
Πολλές πληγές.
Δεν μπορείς να δεις μα εγώ ξέρω.
Με όρους πάντα ζω περιοριστικούς.
Με ορούς κρατιέμαι στη ζωή και φάρμακα που μου φέρνουν εφιάλτες στον ξύπνιο μου.
Προσπαθώ να μιλήσω,
να ζητήσω βοήθεια μα εδώ είναι ανέλπιδο.
Όταν πατάω το κουμπάκι πάνω από το κεφάλι μου,
η χοντρή νοσοκόμα, μπουκάρει στο δωμάτιο με μια σύριγγα στο χέρι και μου καρφώνει το κρέας μου.
Ακόμα ναρκωμένος νιώθω από τη τελευταία φορά.
Τι βάζουν εκεί μέσα?
Πόσο ανεπανόρθωτα έχω μολύνει το αίμα που κυλάει λιγοστό πια στις φλέβες μου!
Ακόμα όμως αντέχει να στουμπώνεται στις αρτιρίες και ναι τρέχει.
Πότε δε κουράζετε?
Αμάν πια!
Δεν αντέχω εδώ μέσα!
Που πήγανε όλοι?
Που είναι ο άξεστος ο γιος μου? Τον προδότη!
Το ταβάνι με πλακώνει.
Το δωμάτιο πολυ κρύο και μονότονο.
Κι αυτές οι κωλοουσίες με έχουν καταντήσει πορνόγερο!
Τι τρέλα!
Τι γελοιότητα!
Πώς δίνουν τέτοια πράμματα στον κόσμο?
Δε γνωρίζουνε τις παρενέργειες?
Αχ τι άρωμα αυτό της πρώτης νιότης.
Τι έμπνευση ακόρεστη σου προσφέρει η ζωή!
Τι καλή που είναι μαζι σου.
Αλλά μετά...
Όταν μαζέψεις πια, σε ξεχνά.
Αβάσταχτος ο πόνος του μόνου.
Του παρατημμένου στα χέρια του θανάτου που παίζει μαζί σου.
Σε παίρνει και σε σηκώνει σαν βρέφος και σε ρίχνει μέσα στη κάσα σου!
Κάνε κούνια τώρα, σου λέει!
Τι εφιάλτης Θεέ μου!
Δεν αντέχω!
Βγάλτε με από εδώ μέσα!
Βγάλτε μου την ψυχή απο εδώ μέσα!
Δεν ακούτε ε?
Κάνετε πως δεν ακούτε?
Τώρα θα δείτε ρε τομάρια!
Να ρε!
Φεύγω μόνος μου δε χρειάζομαι τη βοήθεια σας!
Να!
Τα μηχανήματα που με έχετε καλωδιωμένο θα τα κάνω να πάψουνε επιτέλους.
Σατανικές μηχανές!
Να!
Θα βγάλω τα καλώδια...
Να τα έβγαλα!
Τα κατάφερα, ναι!
Αχ!
Επιτέλους...
Ανάσανα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου